Prominent writers of Leonidio
Poets
Theodore Economou – Kaniklis 1811-1877 (Leonidis)
Theodore Economou – Kaniklis 1811-1877 (Leonidi)
I
thank
the
vicar
of
the
parish
of
Pammegiston
Taxiarches
of
Prastos
for
this
honorary
invitation,
which
is
the
third.
Also,
the
teacher
Michalis
Xydia
for
the
brief
but
thorough
and
complete
presentation
of
the
route
of
the
History
of
Prastos
because
it
makes
it
much
easier
for
me
in
my
own
presentation
so
that
I
do
not
have
to
repeat
details
that
would
make
my
speech
too
long.
And
this
time
my
topic
has
a
historical
and
religious
connection
with
Prastos.
I
am
going
to
tell
you
the
few
biographical
details
we
have
about
this
brilliant
scholar
and
priest
of
Prastos,
which
come
from
my
late
High
School
Principal
Theodoros
Charmantas, who was also his great-grandson.
Pope
Theodoros
was
born
in
1811
in
Agielidi,
Prastos.
He
learned
his
first
letters
in
Agielidi,
but
for
the
High
School
he
was
forced
to
go
to
Aegina.
When
he
returned,
he
practiced
asceticism
for
9
years
at
the
monastery
of
Elona,
where
he
studied
the
books
of
the
Monastery.
However,
his
parents
wanted
him
to
get
married,
so
he
married
Anna
Kalliga,
who
brought
her
from
Prastos
in
a
coffin.
From
this
marriage
he
had
7
children,
4
boys
and
3
girls:
Cleanthes,
Andreas,
Nikolaos,
Elias,
Stamatina,
Polyxeni
and
Marigo,
from
whom his biographer Theodoros Charmantas also comes.
Theodore
Economou
of
Kaniklis,
after
his
marriage,
became
a
clergyman,
as
was
his
wish,
and
wrote
a
grammar
for
the
Tsakonian
dialect,
poems,
but
the
work
for
which
he
is
known
is
"Lakaina",
an
extensive
historical
study
of
3281
iambic
and
anapestical
verses.
He
became
the
director
of
the
school
in
Agyelidi
and,
as
he
himself
says:
The
Caniklides
were
“…beautiful
in
body,
very
agreeable
and
majestic
beings,
often
envied
by
the
vicious
and
strange
men
who
were
ever
found
in
society”,
so
he
was
transferred,
that
is,
exiled
from
his
homeland,
to
the
school
of
Gerakios
in
Laconia.
He
himself
describes
this
unfavorable
transfer:
“And
while
he
was
teaching
these
things
in
silence,
he
seized
me
with
strong
hands,
deceitfully
tossing me into a foreign land”.
In
his
life's
work,
which
is
Lakaina,
out
of
excessive
modesty
he
says
that
he
"publishes
it
in
a
light
processed
and
according
to
another
reason",
however,
this
is
not
true,
because
in
the
era
in
which
he
lived
he
was
the
most
educated
Prastiote.
The
impetus
for
the
writing
of
this
great
work,
he
himself
says,
is
due
to
the
encouragement
of
the
governor
of
Kynouria,
K.H.
Deligiannis,
to
present
"whatever
ancient
historical
essentials
I
know
about
my
Homeland..."
I
believe
that
even
without
this
encouragement
he
would
still
have
written
it.
Thus,
he
began
to
interview
elders
who
had
taken
part
in
the
Revolution
of
the
21st.
Based
on
the
information
of
eyewitnesses
to
the
events
and
with
his
vivid
imagination,
he
composed
“Lakaina”.
As
the
narrator
of
the
events,
he
used
an
imaginary
person
who
was
wronged,
like
all
the
real
fighters
of
Life
and
himself
of
course,
as
we
mentioned
above
with
his
transfer
to
Geraki,
“an
elder
fighter
wronged”.
His
sources
are
the
fighters
themselves
and
with
the
information
he
cross-checked
with
exceptional
care,
we
can
say
that
this
work
may
not
be
"The
Odyssey
of
Kazantzakis",
but
it
is
historically
documented,
because
as
is
known,
History
is
written
by
the
victors
and
unfortunately
Prastos,
because
he
was
on
Kolokotronis'
side,
was
systematically
ignored
for
his
contribution
to
the
Struggle
and
even
today
local
historians
deconstruct him.
Lakaina is divided into 12 chapters, which in brief are:
Chapter A "The Origin" (pp. 1-220)
Chapter B "The Canicles" (pp. 220-425)
Chapter C "The Revolution of 1821" (pp. 425 - 969)
Chapter D "The Campaigns" (pp. 970-1231)
Chapter E "The Siege of Monemvasia" (pp. 1232-1663)
Chapter F "The Assemblies of the Turks" (pp. 1664 -2009)
Chapter G "The Letters from Tripoli" (pp. 2010 -2301)
Chapter VIII “The Exodus of the Turks” (p. 2302 -2567)
Chapter IX “Ypsilantis and the Battle of Valtetsi” (p. 2568 -2745)
Chapter
X
“Raid
and
capture
of
the
Tower,
sortie
against
the
fortress,
stubborn
battle
under
the
walls
–
death of G. Goulelos” (p. 2746 -3009)
Chapter XI “Death of the captives, surrender of the fortress, departure of the Laconians” (p. 3010 -3135)
Chapter XII “Campaign against Tripoli and its fall” (p. 3136 -3281)
Here at this point I will return to the genealogical tree of the Kaniklides.
The
first
Kaniklides
who
took
the
surname
Oikonomou
was
the
great-grandfather
of
Panagiotis
Kaniklides,
initially
an
ecclesiastical
title
and
later
the
surname
of
all
the
descendants
of
Panagiotis.
Panagiotis'
two
children
became
clergymen,
Nikolaos
became
a
priest
in
Prasto
and
Theodoritos
bishop
of
Reontos
Prasto
probably
in
1750.
The
son
of
Pope
Nikolas,
Michael
is
the
father
of
the
poet
of
Lakaina.
He
fought
in
Monemvasia,
Dropolitza
and
was
killed
in
a
campaign
in
Roumeli
(Lamia)
in
1822.
We
see
that
the
Kaniklides
were
both
educated,
pious
and
patriotic.
They
actively
participated
in
the
social
life
of
Prasto.
The
first
presbyter
Theodore
Economou
of
Kaniklis
(he
served
the
parish
of
Saint
Athanasius
in
1860
-
1870
and
is
buried
behind
the
Holy
Altar)
gave
a
good
education
to
his
sons
and
daughters.
Cleanthis
succeeded
him
in
the
parish
of
Saint
Athanasius
and
Saint
Catherine
in
Agyelidi.
Cleanthis
had
inherited
from
his
father
the
talent
for
poetry
and
used
to
write
verses
at
the
end
of
each
year
in
the
parish's
book
of
deaths.
Such
as
the
following:
1887,
"κιούψετε
κακόμοιροι
σ’
ἔνταϊ
τὰ
χαρκία
τσαφίετε
τὰ
παλαβὰ
νὰ
ἔνι
τὰ πολικία».
Ἐζάκα τασ’ τὸν καφενὲ νὰ ράου τσὶ’ νῖ ποῖντε
τσ’ ἐρέκα σοὶ μιτσοὶ τσ’ ἀτschei καφέ, τσιγάρο κίντε
ἂλλ’ εἴγκι κίνε ναργιλέ, τσ’ ἄλλοι φουσκονιλλία
τσαὶ ἄλλοι δίχουντε συχνὰ τσαὶ παίζουντε χαρκία.
Ὁ ἕνα μὲ τοὺρ ἄσοι σοὶ γιὰ πρέφα ’κει μουντάρου
τσ’ ὁ ἄλλεμε τὰ φλότα σοὶ τὸ τshia ’κει κιαμάρου.
Φωνά, τσαὶ ἀλλητὲ ἀτschiέ, καπναὶ τσαὶ δυσωδία
ἀπὸ τὰ χνούα τὰ περσὰ τσαῖ τὰ πολυλογία.
Ἐκεῖ γιομάτ’ ὁ καφενέ, οἰμὲ ὦ δυστυχία
Γκαρέν’ ἀπὸ τοὺρ ἄρχουντε ὄκι’ ἔχου ὁμιλία
ν’ ἀλλίωι γιὰ τὰ τσοινὰ πράμματα τὰ πατρίδα
ν’ ἀφίωι τὰ διαίρεσι π’ ἔκανε σὰν ἀκρίδα
«ὦ θεὲ μοὶ φούκισέ σου νὰ ἀφίωι τὰ πάθη
Νὰ ἀγαπηθούνι ἄλλοι νὰ γυρίζωι σὰν ἄνθη»
Μετὰ
τὸν
πάπα
Κλεάνθη,
παπὰς
ἔγινε
ὁ
Λέων
Γεωργίου
καὶ
μετὰ
ἀπὸ
αὐτὸν
ὁ
Κωνσταντῖνος
Κατσίγκρης.
Ὁ
τελευταῖος
ἱερωμένος
τῶν
Κανικλήδων
ἦταν
ὁ
Κλέανθης
Οἰκονόμου
δισέγγονος
τοῦ
πρωτοπρεσβύτερου
Θεοδώρου,
ἐκοιμήθη
τὸ
1979,
ὑπηρέτησε
στὸν
Ἅγιο
Διονύσιο
Ἀρεοπαγίτη
στὸ
Κολωνάκι.
Αὐτὰ
εἶναι
τὰ
λίγα
βιογραφικὰ
στοιχεῖα
ποὺ
μᾶς
ἔχουν
παραδοθεῖ
ἀπὸ
τὴν
οἰκογένειά
του
καὶ
σὲ
αὐτὸ
τὸ
σημεῖο
θὰ
συνεχίσω
μὲ
σχόλια
πάνω
στοὺς
στίχους
τῆς
Λάκαινας
110
ἕως
220.
Σχολιάζοντας
θὰ
καταλάβετε
ἀπὸ
ποῦ
προερχόταν
τὸ
μένος
τῆς
Βασιλικῆς
Διοίκησης
τοῦ
Ὄθωνα
ποὺ
τὸ
μένος
αὐτὸ
τὸν μετέθεσε δηλαδὴ ἐξόρισε στὸ ἀφιλόξενο Γεράκι.
Στίχοι
Ἵδρυση τοῦ Πραστοῦ
Οἱ Τσάκωνες καταφεύγουν στὰ δάση τοῦ Μαλεβοῦ γιὰ νὰ σωθοῦν ἀπὸ τοὺς σκληροὺς Φράγκους.
Ἐκεῖ
στὰ
δυσπρόσιτα
ὀρεινὰ
φτιάχνουν
σπίτια
γιὰ
νὰ
μείνουν
καὶ
σιγὰ
σιγὰ
ὁ
οἰκισμὸς
γίνεται
πόλη μὲ τὸ ὄνομα Πραστός, πόλη, ποὺ γίνεται λαμπρὴ καὶ εἶναι φημισμένη σὲ ὅλη τὴν Κυνουρία.
Πλούτη καὶ χρυσὸς εἰσρέει ἀπὸ τὶς ἐμπορικὲς ἐπιχειρήσεις.
Ἡ
πόλη
ἂν
καὶ
ὀρεινὴ
εἶναι
πανέμορφη
μὲ
λαμπρὰ
κτήρια
καὶ
ἀπὸ
ὑψηλοὺς
πύργους
ποὺ
τὴν
στολίζουν.
Ἔχει
4
βρύσες
κομψοτεχνήματα
τοῦ
καιροῦ
μὲ
ἄφθονο
καὶ
γάργαρο
νερό,
καὶ
ναὸ
μεγάλο
καὶ
περικαλλῆ
ποὺ
χωρᾷ
ὅλους
τους
εὐτυχισμένους
καὶ
δοξασμένους
κατοίκους
της,
ποὺ
ἔχουν
στὴν
Κωνσταντινούπολη ἐμπορικοὺς οἴκους.
Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση 1821
Στὴν Ἐθνεγερσία τοῦ 1821 πρόσφεραν στρατό, πλοῖα, χρήματα καὶ ἐφόδια.
Καταστροφὴ τοῦ Πραστοῦ ἀπὸ Ἰμπραὴμ 1826
Ἀλλὰ
ἡ
μοῖρα
ἡ
κακιὰ
καὶ
ὕπουλη
ποὺ
ἔκανε
στάχτη
τὶς
πόλεις
καὶ
τὰ
χωριὰ
τῆς
Πελοποννήσου,
χτύπησε
καὶ
τὸν
Πραστό.
Ὁ
τρομερὸς
καὶ
ἀλύπητος
Ἰμπραὴμ
πασὰς
σὰν
φοβερὸ
θηρίο
καὶ
ὕπουλος
σὰν
φίδι
3
χρόνια
ρήμαζε
τὸν
Μοριά,
ἔκαιγε
σκότωνε
καὶ
πουλοῦσε
σκλάβους
τοὺς
ἀνθρώπους
ἔκανε
στάχτη καὶ τὸν ὡραῖο μας Πραστό.
Κατάργηση διπλοκατοικίας, μόνιμοι στὸ Ἁγιελήδι
Ἔτσι
ἐμεῖς
ὅλοι
οἱ
κάτοικοι
τοῦ
Πραστοῦ
κατοικίσαμε
τὸν
τόπο
ποὺ
ὀνομάζεται
Λεωνίδιο.
Ποῦ
(εἴχαμε
τὴν
πρόνοια
καὶ)
ἀγοράσαμε
πρὶν
ἀπὸ
300
χρόνια
καὶ
ξεχερσώσαμε
χωρὶς
νὰ
λογαριάσουμε
κόπους.
1634
αχλδ΄
ἀπὸ τὴν σήμερον ἡμέραν μινὸς μαρτίου 16 ὁμολογῶ ἐγὼ ὁ γιάν-
νης ὁ μάγερης πoς ἔβαλα τὰ ροῦχα μου ὅτι καὶ ἂν ἴχα στὸ μοναστὶ
-
ρι τῆς Καρυᾶς καὶ νὰ μὴν ἔχω πλέον τί νὰ κάμο οὔτε ἐγὼ οὔτε
ἄλος κλιρονόμος ἀκόμη στὸ
Λεωνίδη
στὴν
ἐπεισκοπὶν
τὸ χοραφη
σύνορο γιάννης σαρὴ πουλιμένος καὶ στὸ
Λάκο
ἄλο ἕνα κοματι
σύνορο γιάννης Ἠλία καὶ εἰς τὸ
κοντοβράκι
τὸ σύνορων λήα
μιχαλακι καὶ μανώλη μάγερις καὶ τὸ καλήβη μὲ τὸ ἀλόνη
καὶ τὸ χωράφη ὅσον καὶ ἂν εἶναι καὶ εἰς τὰ
σπίλια
ὅσον καὶ
ἂν εἶναι σύνορον παπὰ μιχαλη ἀκόμη στὸ σήρμα
τί ὅσον καὶ ἂν εἶναι σύνορον μιχάλι νικολὶ ἀρανὶ
-
τη καὶ μανόλη παπὰ καὶ τὸ ἀμπέλι στὴ βρίση ἀκὸ
-
μη τὸ μισῶ σπίτη καὶ τὸ χωράφι στὸ
Ἅγιον βλὰ
-
σι
καὶ ὅσα ἀλοὺ ἔχω.
αἴπονται αἱ ἠπογραφαὶ τοῦ ἀφιερωτοῦ καὶ τὸν μαρτὺ
-
ρον, δυσανάγνωστοι οὔσαι.
»Ὅτι ἴσον ἀπαράλλακτον τῷ πρωτοτύπῳ –
»Ἐν μονῇ Καρυὰ - τὴν 12ην Ἰουλίον 1874
»Τὸ μοναστηριακὸν Συμβούλιον μονῆς Καρυᾶς.
Νικηφόρος Ἰωάννης
Ἰωσὴφ Σκονδριανὸς
Μακάριος Γκανὴς
Καὶ
ἔτσι
πλέον
ἡ
πρώην
χειμερινή
μας
κατοικία
ἔγινε
μόνιμη
πιά.
Τὸ
Ἁγιελήδι
ποὺ
εἶναι
ἀπέναντι
ἀπὸ
τὸ
νησὶ
τῶν
ἀνδρείων
καὶ
γενναίων
Σπετσιωτῶν
στὴν
Ἐπανάσταση.
Τὸ
Ἁγιελήδι
ποὺ
τὸ
ζώνουν
καὶ
τὸ
περικλείουν
μεγάλοι
κοκκινόβραχοι
καὶ
τὴν
πόλη
καὶ
τὸν
κάμπο
καὶ
μόνο
πρὸς
τὴν
θάλασσα
ὑπάρχει
ἄνοιγμα..
Ἡ
πόλη
δυτικὰ
(Στάη)
καὶ
κάτω
ἀπὸ
τὸν
κοκκινόβραχο
κοσμεῖται
ἀπὸ
ὄμορφα
ὑψηλὰ
ἀρχοντόσπιτα
Τὰ
σπίτια
εἶναι
περιποιημένα
καὶ
ἀγγίζουν
τὰ
χίλια
τὸν
ἀριθμὸ
καὶ
πορεύονται
ἐκ
δυσμᾶς
σὲ
εὐθεῖα
γραμμὴ
πλάι
στὸν
χείμαρρο
ποὺ
ρέει
μέχρι
τὴν
παραλία.
Ἐνῷ
τὰ
τρία
τέταρτα
κεῖνται
στὴν
πλάγιά
του
κοκκινόβραχου
τὸ
ὑπόλοιπο
τέταρτο
εἶναι
στὸν
νότο
(Κοίλασος).
Καὶ
εἶναι
πιὸ ταπεινὰ τὰ σπίτια καὶ ὄχι τόσο ὡραία ὅσο τῆς Στάης.
Τὰ
δύο
μέρη
τοῦ
Λεωνιδίου
ἐπικοινωνοῦν
μὲ
ὑψηλὴ
γέφυρα,
ἀλλὰ
ὅταν
κατεβάζει
ποτάμι
τὰ
κύματα
του
εἶναι
τόσο
ψηλὰ
καὶ
κατεβάζει
τόσα
πολλὰ
ξύλα
ἀπὸ
τὰ
πάμπολλα
βουνὰ
ἀπὸ
τὰ
ὁποία
πηγάζει ποὺ τὸ Λεωνίδιο κόβεται στὴ μέση. Ὁ δὲ κάμπος μᾶς πλημμυρίζει.
Μὰ
κάποτε
παύουν
οἱ
βροχὲς
καὶ
τὸ
νερὸ
τοῦ
ποταμοῦ
καθαρίζει
καὶ
εἶναι
γάργαρο
καὶ
διαυγὲς
καὶ
τρέχει
πιὰ
ἤρεμα
τότε
οἱ
καλλίγραμμες
ὄμορφες
κόρες
τοῦ
Πραστοῦ
λευκαίνουν
τὰ
ροῦχα
καὶ
τὰ
τραγούδια τοὺς ἠχοῦν σὰν τὸ τραγοῦδι τῶν σειρήνων.
Ὅλη
ἡ
πόλη
εἶναι
δενδροφυτεμένη
μὲ
ἐλαιόδεντρα
καὶ
πλατύφυλλες
μουριές.
Ὁ
κάμπος
εἶναι
μικρὸς καὶ βρίσκεται ἀνατολικὰ πρὸς τὴν θάλασσα καλλιεργεῖται δὲ μὲ μεγάλη ἐπιμέλεια.
Ἡ προδοσία τῶν ζευγιτῶν (Ἁγιανδριτῶν)
Ἀπὸ
τότε
ποὺ
ὁ
σκληρὸς
Ἰμπραὴμ
πασὰς
ἔκαψε
τὸν
Πραστὸ
ὅλοι
οἱ
κάποτε
κάτοικοι
Πραστοὺ
ζοῦμε
μόνιμα
πιὰ
ἐδῶ
μὲ
κρύα
καρδιὰ
γιατί
τὸ
ἕνα
ὄγδοο
τῶν
συμπολιτῶν
μας
(οἱ
ζευγῖτες)
πῆγαν
καὶ
κατοίκισαν
τὰ
Πραστιώτικα
Καλύβια
τα
οποία
ονόμασαν
με
το
ψευδεπίγραφο
όνομα
Βρασιὲς
καὶ
ἐνῷ
εἶναι
πολῖτες
τοῦ
Πραστοῦ
ἦρθαν
σὲ
συνεννόηση
μὲ
τοὺς
Κορακοβουνίτες,
Καστανιτσιῶτες,
Πλατανίτες
καὶ
ἄλλους
καὶ
σχημάτισαν
δεύτερο
Δῆμο.
Ἔτσι
οἱ
κτηματίες
πολῖτες
τοῦ
Πραστοῦ
ποὺ
εἶναι
καὶ
Λεωνιδιῶτες
αλλά
και
Ἁγιανδρίτες
συγχρόνως
ἔγιναν
ἐξόριστοι
στὸν
τόπο
τους
καὶ
ὑποκείμενοι σὲ φορολογία ἀπὸ τοὺς ὑποτακτικούς τους.
Τὸ ἀφεντικὸ ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους του.
Αὐτὴ
εἶναι
ἡ
πραγματικότητα
δηλαδὴ
γύρισαν
τὰ
ποδάρια
καὶ
χτύπησαν
τὸ
κεφάλι.
Ἀλλὰ
αὐτὸς
ποὺ
κρατᾷ
τὸ
πηδάλιο
τοῦ
κράτους
ὁ
βασιλιάς,
νὰ
ἄρει
τὴν
ἀδικία
καὶ
νὰ
μᾶς
ἀφήσει
νὰ
ἑνωθοῦμε
πάλι εἰς ἕνα Δῆμο, ἡ πόλη τοῦ Πραστοῦ μαζὶ μὲ τὶς κῶμες, διότι εἴμαστε
ΜΙΑ
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
ΟΙ
ΚΑΤΟΙΚΟΙ
ΛΕΩΝΙΔΙΟΥ
ΚΑΙ
ΠΡΑΣΤΙΩΤΙΚΩΝ
ΚΑΛΥΒΙΩΝ
ΟΠΩΣ
ΕΠΙΣΗΣ
ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΛΑΝΙΩΤΕΣ ΚΑΙ ΤΥΡΙΩΤΕΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΠΡΑΣΤΙΩΤΕΣ ΑΠΟ ΠΑΝΤΑ.
Ἔχουμε
τὰ
ἴδια
ἤθη
καὶ
ἔθιμα
καὶ
εἴμαστε
μὲ
τοὺς
γάμους
συγγενεῖς
μεταξύ
μας.
Καὶ
τὸ
σπουδαιότερο
εἶναι
ἡ
λαλιὰ
μας
ποὺ
εἶναι
μοναδική:
ἡ
Τσακωνικὴ
ἡ
καλουμένη
ποὺ
εἶναι
διάλεκτος
δωρικὴ .
Γλωσσάριο καὶ λίγα σχόλια:
Λιμναῖον
:
Οἱ
προδότες
τοῦ
Πραστοῦ
ἔδωσαν
αὐτὸ
τὸ
λόγιο
ὄνομα
στὸν
διασπασθέντα
Δῆμο
ποὺ
περιελάμβανε
τὸ
Ἁγιελήδι,
τὰ
δύο
Μέλανα
καὶ
τὸν
Τυρό.
Προέρχεται
ἀπὸ
τὴν
Λιμηρὰ
Ἐπιδαυρο
ποὺ
ὅπως γνωρίζουμε ὅλοι εἶναι στὴν Λακωνία καὶ οὐδεμία σχέση ἔχει μὲ τὸν Πραστό.
Βρασιές
:
Ἔτσι
ὀνόμασαν
οἱ
προδότες
τοῦ
Πραστοῦ
τὸν
σφετεριστὴ
Δῆμο
τῆς
Πραστιώτικης
κληρονομιᾶς.
Σὲ
ὅλα
τὰ
ἔγγραφα
μετὰ
τὸ
1835
ὅπου
βλέπετε
Βρασιεῖς
εἶναι
οἱ
κάτοικοι
τῶν
Πραστιώτικων
Καλυβιῶν
καὶ
τῶν
ὑπολοίπων
κοινοτήτων
ποὺ
σχημάτισαν
αὐτὸν
τὸν
ψευδεπίγραφο
δῆμο.
Τὸ
ὄνομα
αὐτὸ
πῆραν
αὐθαίρετα
ὀνομάζοντας
τὰ
Καλύβια
Βρασιὲς
ἐνῷ
εἶναι
γνωστὸ
τοῖς
πάσι
ὅτι
οἱ
ἀρχαῖες
Βρασιὲς
ἢ
Πρασιὲς
βρίσκονται
στὸν
Ἄρμενο
Λεωνιδίου.
Τὸ
λάθος
αὐτὸ
συνεχίζεται
μέχρι
σήμερα
ὀνομάζοντας
τὸ
ποτάμι
τοῦ
Ἁγίου
Ἀνδρέα
Βρασιάτη,
ἐνῷ
εἶναι
γνωστὸ
ὅτι
μόνο
γιὰ
δύο
ποτάμια
γνωρίζουμε
τὰ
ἀρχαία
ὀνόματά
τους:
τὸν
Τάνο
τῆς
Θυρεάτιδας
γὴς
καὶ
τὸν
Σελινούντα
(τώρα
Δαφνῶνα).
Το
πργαματικό
όνομα
του
σημερινού
Βρασιάτη
είναι
Κάνι
και
προέρχεται
από
το
προελληνικό
Qάννα
(καλάμι)Στὸν
χάρτη
τοῦ
Schaubert
ὁ
χείμμαρος
τοῦ
Ἁγίου
Ἀνδρέα
δὲν
ὀνοματίζεται.
Τὸ
Ἁγιελήδι
:
Παρ’
ὅλο
ποὺ
ἡ
περιοχὴ
τοῦ
Λεωνιδίου
ἀνῆκε
στοὺς
Ἁγιοβασιλιῶτες,
οἱ
Πραστιῶτες
διατήρησαν
τὴν
προγονική
τους
μνήμη
καὶ
φρόντισαν
νὰ
τὴν
ἀγοράσουν,
γιὰ
μία
ἐνδεχόμενη
ἐπιστροφὴ
στὴν
κοιτίδα
τοὺς
ὅταν
θὰ
χρειαζόταν.
Γιὰ
τὴν
μεσιτεία
τῆς
Μονῆς
Ἁγίου
Νικολάου
Συντζας στὴν ἀγοραπωλησία ὑπάρχουν σχετικὰ δημοσιεύματα ἀλλαχοῦ.
Ζευγῖτες
καὶ
Ζευγηλατεῖο
:
Δὲν
ξεκαθαρίζεται
ἀπὸ
τὸν
Πάπα-Κανικλὴ
ἡ
κοινωνικὴ
τάξη
τῶν
ζευγιτῶν
πιθανὸν
νὰ
εἶναι
οἱ
φτωχοὶ
γεωργοί.
Ὁ
ὅρος
προέρχεται
ἀπὸ
τὴν
νομοθεσία
τοῦ
Σόλωνα:
οἱ
ζευγῖτες
στὴν
ἀρχαία
Ἀθῆνα,
ἦταν
κοινωνικὴ
τάξη,
στὴν
ὁποία
ἀνῆκαν
ὅσοι
πολῖτες
μποροῦσαν
νὰ
ἐκτρέφουν
ἕνα
ζευγάρι
βόδια,
ἔχοντας
εἰσόδημα
150
-
300
μέδιμνους,
ἀλλιῶς
τριακοσιομέδιμνοι.
Σίγουρα
ὅμως
δὲν
θὰ
ἤσαν
ἱκανοὶ
ἀπὸ
μόνοι
τους
νὰ
προβοῦν
σὲ
αὐτὴν
τὴν
προδοσία
θὰ
ὑπῆρχαν
καὶ
ἄλλοι
ποὺ
τοὺς
καθοδηγοῦσαν
ἀπὸ
ἀνώτερη
τάξη
μὲ
ἐπιγαμίες
ἀπὸ
τὰ
διπλανὰ
χωριά.
Ὁ
Πάπα-
Κανικλὴς
γράφει
σὲ
ὑποσημείωση
γιὰ
νὰ
μὴν
ἔχουμε
ἀμφιβολίες
πὼς
τὰ
Πραστιώτικα
Καλύβια
ἤσαν
πάντοτε
ζευγηλατεῖον
τῶν
Πραστιωτῶν,
δηλαδὴ
δὲν
ἀνῆκαν
ποτὲ
στοὺς
ἉγιοΠετρίτες
τοῦ
Κορακοβουνίου.
Ἐπιμύθιο
:
Ἡ
ἐπανένωση
τοῦ
παλαιοῦ
Δήμου
Πρασιῶν
μὲ
τὶς
πόλεις
καὶ
κῶμες
ποὺ
περιελάμβανε
προεπαναστατικὰ
εἶναι
ἐπιτακτικὸ
καθῆκον
κάθε
καταγόμενου
ἀπὸ
τὸν
Πραστό.
Οἱ
πρόγονοί
μας
διατήρησαν
αὐτὴν
ἑνότητα
ἀπὸ
τὰ
Μυκηναϊκὰ
χρόνια
καὶ
ὅταν
στὰ
μεσαιωνικὰ
χρόνια
ἀποστερήθηκαν
τὴν
ἀρχαία
κοιτίδα
τους
τὴν
ἀγόρασαν
παίρνοντας
τὴν
πίσω
μὴν
λογαριάζοντας
ἔξοδα καὶ κόπους. Ὁ Πραστὸς πρέπει νὰ ξαναγίνει πρωτεύουσά μας.